Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΥΜΟΝΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ


                                                                                                  Γράφει ο Νικ. Σκαρλάτος

Τα διοικητικά όρια κατά την αρχαιότητα ήταν περισσότερο φυλετικά λόγω του νομαδικού τρόπου ζωής και λιγότερο με τη σημερινή έννοια των συνόρων. Ο Ηρόδοτος, γράφοντας για την εισβολή του Ξέρξη, στο γεωγραφικό χώρο του σημερινού Νομού Σερρών αναφέρει ότι, πάνω από το Παγγαίο, προς βορρά, κατοικούσαν οι Παίονες, οι Δόβηρες και οι Παίοπλες, τους οποίους παρέκαμψε, για να φθάσει στο Στρυμόνα στην πόλη Ηιώνα (σημερινή Τούζλα) (Ζ. 113), ακολουθώντας προφανώς την Πιερία κοιλάδα (κοιλάδα Μουσθένης).

Στο γεωγραφικό χώρο, που αποκαλεί Βισαλτία συμπεριλαμβάνει όλη τη δυτικά των εκβολών του Στρυμόνα ποτ. ακτή, μέχρι και τα υπερκείμενα των εκβολών υψώματα (Β7.115.2).  Μνημονεύοντας μάλιστα τον Θράκα βασιλέα της Βισαλτίας και της Κρηστωνίας, μας αναφέρει ότι οι περιοχές αυτές ήταν παρακείμενες (8.116.1) της Μακεδονίας και ανήκαν παλαιότερα στη Θράκη. Εκείνη την εποχή οι Βισάλτες ήταν ισχυροί, ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις, κατά τον Ηρόδοτο, ότι οι Μακεδόνες κυριαρχούσαν σε κάποια περιοχή ανατολικά του περάσματος της Ρεντίνας. Αργότερα, ο όρος Βισαλτία, συναντάται κυρίως για να δείξει την ενδοχώρα και όχι την περιοχή ανάμεσα στο ρου του Στρυμόνα και το πέρασμα της Ρεντίνας. Κατά το Στράβωνα (7.36), η Βισαλτία άρχιζε από την «ενδοχώρα της Αμφίπολης» και εκτείνονταν πάνω από την Ηράκλεια, την οποία ο  Παίτ Πιν τοποθετεί στις ΒΔ ακτές της Κερκινίτιδας λίμνης (αποξηρανθείσα λίμνη Αχινού).

Όταν ο Ξέρξης έφθασε με το στρατό και το στόλο του στην παράλια πεδιάδα, ο ίδιος με ένα τμήμα προχώρησε στην οδό της ενδοχώρας δια μέσου της επικράτειας των Παιόνων (7. 124) «Ξέρξης δε και ο πεζός στρατός επορεύετο εκ της Ακάνθου, την μεσόγαιαν τάμνων της οδού βουλόμενος ες την Θέρμην αποικέσθαι. Επορεύετο δε δια της Παιονικής και Κρηστωνικής επί ποταμόν Χείδωρον…». «Ο Ξέρξης και ο πεζός στρατός πορεύονταν από την Άκανθον προς το εσωτερικό θέλοντας να φθάσει στη Θέρμη. Βάδιζε  δια της Παιονικής και τη Κρηστωνικής (περιοχή Κιλκίς) προς το Γαλλικό ποταμό». Όπως προκύπτει από το κείμενο, κινούμενος κατά μήκος του Στρυμόνα, κατευθύνθηκε βόρεια σε σχέση με τη Βισαλτία και δια της κοιλάδας του ποταμού Κουμλή (Παραπόταμος) - διάβαση Καστανούσας κατευθύνθηκε  προς την Κρηστωνική πεδιάδα και το Γαλλικό ποταμό, στρατολογώντας κατά το πέρασμα του και μερικούς Παίονες. (Ηροδ. 7.185.2). (η Θέρμη βρίσκονταν δυτικά της Θεσσαλονίκης και όχι στη θέση που είναι σήμερα).

Από το Θουκυδίδη, ο οποίος περιγράφει  την κατάκτηση της κεντρικής πεδιάδας της Βισαλτίας και του χώρου πέρα από αυτήν, διαπιστώνεται ότι αυτή  απλώνονταν ανατολικά της Κρηστωνίας (Κιλκίς) και Μυγδονίας (περιοχή λιμνών Λαγκαδά – Ρεντίνας).  Περιελάμβανε την οροσειρά του Καρά-νταγ (Μαύρο Βουνό-Βερτίσκος) και των Κερδυλλίων, φθάνοντας μέχρι το Στρυμόνα. Όταν οι Μακεδόνες κατέκτησαν τη Βισαλτία  προχώρησαν ως το Στρυμόνα, εκδιώκοντας από εκεί τους Ηδωνούς (2.99.4), οι οποίοι το 480 π.Χ (Ηρόδ. 7.110 και 114.1) ζούσαν στην ανατολική όχθη του ποταμού. Οι Βισάλτες γειτόνευαν επίσης παραλιακά και μ’ ένα άλλο λαό, θύμα της επέκτασης των Μακεδόνων, τους Πίερες, που εκδιώχθηκαν από την Πιερία του Ολύμπου και εγκαταστάθηκαν στη νότια πλευρά του όρους Παγγαίου, στη σημερινή κοιλάδα Μουσθένης, η οποία εκ του λόγου αυτού ονομάζεται Πιερία κοιλάδα, όπως και ο Στρυμονικός κόλπος. (Θουκ. 2.99.3, Ηρόδ. 7.112).

Η σημερινή πεδιάδα των Σερρών, αποτελούσε προϊστορικά μια παλιά κατακλυσμιαία υδάτινη λεκάνη, που περιλάμβανε δύο τεράστιες λίμνες, οι οποίες υπήρχαν μέχρι τη δεκαετία του 1930. Η μία μεγάλη και αβαθής πάνω από την Αμφίπολη ήταν η (Κερκινίτις) λίμνη του Αχινού και η άλλη αρκετά εκτεταμένη και αβαθής, στο βόρειο άκρο της πεδιάδας, που ήταν περισσότερο έλος, ονομάζονταν κατά την αρχαιότητα λίμνη Πρασιάς. Στη θέση αυτού του έλους, το οποίο εκβαθύνθηκε, δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1960, η σημερινή τεχνητή λίμνη της Κερκίνης με το φράγμα για την άρδευση του κάμπου.

Όπως γνωρίζουμε από το Θουκυδίδη, κατά τους αρχαίους χρόνους η πρώτη από τις δύο αυτές λίμνες, η λίμνη του Αχινού στο νότιο μέρος, ήταν πολύ μεγάλη, Θουκυδίδης (4.108.10) « …άνωθεν μεν μεγάλης ούσης ού πολύ λίμνης του ποταμού» και από τον Πομπώνιο Μέλα (2.2.30) « …Strymonnon longe a mare lacum fecit».

Καθώς ο Αλέξανδρος προχωρούσε, σύμφωνα με τον Αρριανό (Ανάβ. 1.11.3) πέρασε «τη λίμνη Κερκινίτιδα (τη λίμνη Αχινού) προς την Αμφίπολη και τις εκβολές του Στρυμόνα». (Ο Μ. Αλέξανδρος,, όπως εκτιμά ο N. Hammond, πιθανόν συγκέντρωσε τις δυνάμεις του κοντά στην Ειδομένη και κατευθυνόμενος δια της Δοϊράνης προς ανατολάς έφθασε στο μέσον της κοιλάδας του Στρυμόνα. Εάν είχε ακολουθήσει, ισχυρίζεται, το πολύ στενό πέρασμα της Ρεντίνας, δεν θα περνούσε δίπλα από την Κερκινίτιδα λίμνη). Το ίδιο όμως δρομολόγιο, όπως μας αναφέρει ο Ηρόδοτος ακολούθησε αντίστροφα, το 480 π.Χ, και ένας κλάδος της στρατιάς του Ξέρξη. Η παράκαμψη του ορεινού όγκου των Κερδυλλίων από ένα στράτευμα ήταν δύσκολη αυτή την περίοδο αυτή  από την παραλία,  διότι το σημερινό στενό πέρασμα μεταξύ του όρους Κερδύλλια και της θάλασσας, απ’ όπου διέρχεται ο παραλιακός δρόμος προς Ασπροβάλτα στη θέση της Ιεράς Μονής Λυδίας δημιουργήθηκε από τις προσχώσεις του ποτ. Στρυμόνα.  

Η βόρεια λίμνη, ή λίμνη Πρασιάς, σημερινή λίμνη της Κερκίνης, απομεινάρι και αυτή της κατακλυσμιαίας λίμνης, τροφοδοτείται μέχρι σήμερα από τον ποταμό Στρυμόνα και τον ποταμό Κουμλή (Παραπόταμος), παρά το ομώνυμο χωριό της Ροδόπολης. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος (Ηρόδ. 5.15.3 και 5.16), όταν ο Μεγάβαζος συνέλαβε και έστειλε τους λαούς της πεδιάδας του Στρυμόνα στο Δαρείο, οι Παίονες, που ζούσαν «πάνω από τη λίμνη Πρασιάδα» και κοντά σ’ αυτήν διέφυγαν τη σύλληψη. Στα θύματά του περιλαμβάνονταν οι Σιρριοπαίονες, οι οποίοι κατοικούσαν γύρω από την Σίρριν, τη σύγχρονη πόλη των Σερρών. Από αυτό το γεγονός προφανώς, ισχυρίζονται κάποιοι συγγραφείς ότι οι κάτοικοι των Δαρνακοχωρίων στην περιοχή νότια των Σερρών πήραν και την ονομασία Δαρνάκες ή Νταρνάκες. Η λέξη Δαρείος στα Περσικά προφέρεται Νταραγιαβούς και σημαίνει «δραστήριος». Όπως προκύπτει συνεπώς από την περιγραφή αυτή, οι Παίονες κατοικούσαν και βορειοδυτικά των Σερρών φθάνοντας μέχρι τη λίμνη Πρασιάδα, σημερινή τεχνητή λίμνη της Κερκίνης.

Κατά τον ίδιο ιστορικό, (Ηρόδοτος 5.17.2), όταν ο Μεγάβαζος αιχμαλώτισε και έδιωξε τους Σιρρο-Παίονες από την περιοχή, έστειλε πρέσβεις στον Αμύντα, Βασιλιά των Μακεδόνων, αναφέροντας ότι: «Το ταξίδι είναι πολύ σύντομο από τη λίμνη Πρασιάδα μέχρι τη Μακεδονία, γιατί πρώτα απ’ όλα πλάϊ στη λίμνη είναι το ορυχείο που εκμεταλλεύεται ο Αλέξανδρος»  (Α΄) «και μετά το ορυχείο ένα βουνό καλούμενο όρος Δύσωρον, το οποίο περνώντας κανείς φθάνει στη Μακεδονία».

Ο σύντομος δρόμος από τη λίμνη Πρασιάδα δια της διάβασης Πανοράματος, κοιλάδα ποτ. Κουμλή  (Παραπόταμου), οδηγεί στην Κρηστωνία πεδιάδα (Κιλκίς), ενώ βορειότερα από τη στενωπό μεταξύ του όρους Κρούσια και του όρους Κερκίνης (Μπέλλες) σήμερα, σχηματίζεται η διάβαση Καστανούσας (Ντόβ- Τεπέ), που οδηγεί στο λεκανοπέδιο της λίμνης Δοϊράνης. Από τη Δοϊράνη διανοίγονται δύο οδοί που οδηγούσαν και οδηγούν προς την Αμφαξίτιδα (περιοχή Αξιού). Από τη διήγηση αυτή του Ηροδότου φαίνεται ότι η Δοϊράνη ανήκε στη Μακεδονία και το όρος Κρούσια είναι το Δύσωρο.              

Η πιο σπουδαία πόλη στη δυτική όχθη του Στρυμόνα ήταν η Ηράκλεια η Σιντική, ενώ ολόκληρη η επικράτεια της Βισαλτίας και η πόλη Ηράκλεια Σιντική, αν και βρίσκονταν δυτικά του Στρυμόνα (Λίβιος 45-29-Δ. Σ. 31.8.8), περιλαμβάνονταν, το 167 π.Χ, στην πρώτη τετραρχία, με πρωτεύουσα την Αμφίπολη.

Επειδή, όπως εκτιμά ο Ν. Ηammond, η Βισαλτία κατελάμβανε τη λοφώδη περιοχή που ήταν προσκείμενη στην Κρηστωνία (περιοχή Κιλκίς), η Σιντική, όπου βρισκόταν η Ηράκλεια, πρέπει να ήταν μεταξύ Βισαλτίας και Στρυμόνα. Η περιοχή αυτή, σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις του, αποτελούσε πράγματι μια κατάλληλη έκταση για την ανάπτυξη μιας μέτριας δύναμης του Ρωμαϊκού πεζικού και ιππικού, δυνάμεις οι οποίες εξορμώντας από την Αμφίπολη ερήμωσαν την περιοχή αυτή το 168 π.Χ (Λίβιος 44.46.2). Ο χώρος συνεπώς, που οι Ρωμαίοι νίκησαν τον Περσέα, θα πρέπει να ήταν στην πεδιάδα του κάτω ρου του Στρυμόνα, όχι πολύ μακριά από την Αμφίπολη. Μετά την ανασκαφική έρευνα της ΚΗ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων και τη διαπίστωση ότι η θέση της αρχαίας Βέργης βρίσκονταν στη σημερινή θέση της κωμόπολης του Νέου Σκοπού, πιθανόν η θέση της αρχαίας Ηράκλειας να βρίσκεται περί την περιοχή αυτή, από την Βέργη ή την Τερπνή μέχρι τα δυτικά παλιά όρια της αποξηρανθείσας λίμνης του Αχινού. Ο Πτολεμαίος (3.13.30), προσδίδει στη Σιντική τρεις πόλεις, την Τρίστολο, την Παροικούπολη (σε νεότερες καταγραφές Παρθικόπολη) και την Ηράκλεια. Ο Leake τοποθετεί την Ηράκλεια παρά το Ζερβοχώρι, που είναι πιο πιθανόν, ενώ ο Ε. Keapert παρά τη Βέτρινα (Ν. Πετρίτσι) 8 χλμ δυτικά του Δεμίρ Ισσάρ (Σιδηροκάστρου). Η Ηράκλεια είναι γνωστό ότι κτίσθηκε σ’ ανάμνηση λαμπρής νίκης των Μακεδόνων κατά των βαρβάρων και το όνομα της δόθηκε προς τιμή του μυθικού ήρωα Ηρακλή, τον οποίο θεωρούσαν ως πρόγονό και γενάρχη τους οι Μακεδόνες Βασιλείς. Η πόλη αυτή οχυρώθηκε αργότερα από τον Αμύντα με απόρθητα τείχη, ενώ την περίοδο των Αντιγονιδών, απογόνων του Μ. Αλεξάνδρου, η Ηράκλεια, κατά μία εκδοχή, έγινε πρωτεύουσα της Σιντικής. Μέσα σ’ αυτή την πόλη αναφέρεται από τον Στέφανο το Βυζάντιο ότι ο Περσέας, γιός του Φιλίππου του Ε΄ και τελευταίος Βασιλιάς της Μακεδονίας, σκότωσε τον αδελφό του Δημήτριο, ο οποίος ήταν ο νόμιμος διάδοχος του Μακεδονικού θρόνου. Ως λόγοι της αδελφοκτονίας αναφέρεται ότι ήταν η αντιζηλία μεταξύ των δύο αδελφών, αλλά και η φιλορωμαϊκή στάση του Δημητρίου, ο οποίος ανατράφηκε στη Ρώμη.  Η δολοφονία του Δημητρίου θεωρείται και ως αφορμή για την κατάλυση του Μακεδονικού κράτους από τους Ρωμαίους.

Ο Παιτ Πίν, όπως αναφέρει ο N. Hannond,  καταγράφει ένα δρόμο από τους Φιλίππους στην Ηράκλεια Sintica, την οποία ο γεωγράφος της Ραβέννας Miller,  εντελώς άστοχα τη συναρτά με την Αμφίπολη (Miller, Itin Rommana σχ. 149 και 522 σχ. 163), δίδοντας τα ονόματα Τρίλλον, Άρασον, Ευπορία και Ηράκλεια. Η κατεύθυνση του Παίτ Πίν είναι σαφής από τα δεδομένα των αποστάσεων, γιατί αυτά απαιτούν ένα πέρασμα του Στρυμόνα μεταξύ των δύο λιμνών, της Πρασιάδος και της Κερκινίτιδας (Αχινού). Προχωρώντας 10 ρωμ. μιλ. Μ= 14,8 χλμ από τους Φιλίππους, αναφέρει, ερχόμαστε σε μια μεγάλη νεροπηγή δυτικά από το Καλαμπάκι της Δράμας. Από εκεί 17 ρωμ. μ= 25 χλμ μας φέρνουν κοντά στη Μεσορράχη, απ’ όπου βλέπει κανείς την πεδιάδα του Στρυμόνα. Από εκεί μεσολαβούν 8 ρωμ. μ. = 11,8 χλμ ως την Ευπορία (Ευκαρπία). Λίγο πιο δυτικά της, 17 ρωμ. μ.=25 χλμ από εκεί, μας φέρνουν στο Καλό Κάστρο ή σε μια παράκαμψη γύρω από τη λίμνη προς το Ζερβοχώρι ή το πολύ μέχρι την Τερπνή.

Η τελευταία αυτή περίπτωση, είναι η πιο πιθανή, καθώς οδηγεί στην πιο κεντρική θέση στην πεδιάδα, που δεσπόζει στο στενό πέρασμα ανάμεσα στους λόφους του Πατρικίου και τη σημερινή λίμνη της Κερκίνης. Ένας θησαυρός όμως από νομίσματα, που χρονολογούνται από το 250-200 π.Χ, δύο αγάλματα και μια αφιέρωση στο Δία τον ύψιστο, βρέθηκαν κατά το παρελθόν και στη σημερινή θέση του χωριού Βέργη. Ανάμεσα συνεπώς σ’ αυτό το χώρο πρέπει να βρίσκονταν η αρχαία Ηράκλεια, την οποία ενδεχομένως κάποιοι συγχέουν με κάποια άλλη πόλη με το ίδιο όνομα που βρίσκονταν βορειότερα του όρους Κερκίνη ή πιο δυτικά. Ο ΑναστΠολυζωϊδης την τοποθετεί στο Μελένικο.

Όταν οι Μακεδόνες κατέλαβαν αυτή την πεδιάδα, την οποία σήμερα ονομάζουμε Σιντική, εκδίωξαν όχι τους Σιντούς, αλλά φυλές των Παιόνων, όπως αυτές που αναφέρει ο Ηρόδοτος (Βιβλίο 5 παραγρ.15-17). Οι Σιντοί συνεπώς, από τους οποίους πήρε το όνομα της η σημερινή επαρχία, κατοικούσαν πιθανόν πιο πέρα στην ενδοχώρα. Σίντιες ονομάζονταν επίσης οι Σαπαίοι, Σάϊοι ή Σάπες, οι οποίοι κατοικούσαν στον κάτω ρου του Νέστου, δυτικά και ανατολικά από τις εκβολές του, αλλά και μεταξύ Φιλίππων και Αβδήρων (Ηρόδοτος Ζ΄ Πολύμνια 111, 112 Σχόλια122).

Για την περιοχή και τους λαούς πάνω από τη στενωπό του Ρούπελ στο Στρυμόνα έχουμε πληροφορίες από το Θουκυδίδη, (2.96), ο οποίος αναφέρει ότι ο ποταμός πήγαζε από το όρος Σκόμβρο και έρρεε δια μέσου των Αγριάνων και των Λαιαίων (μια φυλή των Παιόνων). Ο ίδιος ιστορικός μας πληροφορεί ότι ο Σιτάλκης αφήνοντας το κράτος του, που είχε επεκταθεί μέχρι το Στρυμόνα ποτ. (2.96.3) και περνώντας μέσα από ένα ακατοίκητο όρος, το οποίο αποτελούσε το σύνορο μεταξύ των Σιντών και των Παιόνων, είχε τους Παίονες στα δεξιά του και τους Σιντούς με τους Μαίδους στ’ αριστερά του (2. 96. 2). Αυτό το όρος πιθανόν είναι το όρος Όγκράσντεν, που σχηματίζει τη γραμμή διαχωρισμού των υδάτων μεταξύ του Στρυμόνα και του Άνω Μπρεγκάλνιτσα ποταμού. Έτσι ο Σιτάλκης κατέβηκε από την οροσειρά αυτή στην κοιλάδα του Στρυμόνα.

Κατά τον Στράβωνα (7. 36) «Ο Στρυμών… εξ Αγριάνων γαρ δια Μαίδων (στα χειρογρ. Μέδων) και Σιντών ες τα μεταξύ Βισαλτών και Οδομάντων εκπίπτει». Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Σιντοί κυριαρχούσαν και στο τμήμα της κοιλάδας του Στρυμόνα πάνω από τη στενωπό του Ρούπελ, ενώ οι Μαίδοι κατοικούσαν βόρεια των Σιντών. Γι’ αυτό, όταν ο Φίλιππος Ε΄ επιτέθηκε στους Μαίδους το 181 π.Χ, δεν εξόρμησε από την Αμφαξίτιδα, αλλά από τους Στόβους. Οι δυνάμεις του ακολούθησαν τη χαμηλή κοιλάδα του Μπρεγκάλνιτσα, ο οποίος αργότερα αποτέλεσε το Ρωμαϊκό δρόμο Στόβων-Αστίβου. Οι Σιντοί τότε κατείχαν ένα τμήμα της κοιλάδας του Στρυμόνα και την εύφορη κοιλάδα του ίδιου ποταμού, που σήμερα βρίσκεται στη Βουλγαρία. Στην περιοχή αυτή ήταν και η κύρια πόλη τους η Σιντία, η οποία αναφέρεται από τον Στέφανο το Βυζάντιο, ως πόλις Μακεδονίας. Ο Αριστοτέλης (Περί Θαυμάτων 115) και ο Στέφ. Βυζάντιος, αναφέρουν ότι ο ποταμός Πόντος, που έρεε μεταξύ των Σιντών, είχε διάφορες αξιόλογες ιδιότητες και ήταν ίσως παραπόταμος του Στρυμόνα. Στο χάρτη no XI της Γεωγραφίας του Κλαυδίου Πτολεμαίου, μέρος 2, υπάρχουν τόσο η Ηράκλεια Σιντική κοντά στο Στρυμόνα, όσο και η Σιντική πιο κοντά στον Αξιό ποταμό. Αυτό υποστηρίζει και τη διάκριση, που κάνει ο Ν. Hammond μεταξύ της Ηράκλειας Σιντικής και της περιοχής Σιντική. Στο ίδιο χάρτη επίσης, το όρος Όρβηλος διασχίζεται από τον ποταμό Στρυμόνα πάνω από τη Ηράκλεια Σιντική και φαίνεται να εκτείνεται πιο βόρεια. Σε άλλο χάρτη όμως στο no X, το ίδιο όρος, εμφανίζεται μεταξύ των Σκοπίων και της Παυταλίας.

Η πιο παλιά αναφορά για το όρος Όρβηλος γίνεται από τον Ηρόδοτο (5.16.2), ο οποίος αναφέρει ότι οι κάτοικοι των πασσαλόπηκτων οικισμών της λίμνης Πρασιάδας, έπαιρναν τα ξύλα τους από το όρος Όρβηλος. Πιο κοντινή όμως πηγή ξυλείας ήταν βέβαια το όρος Μπέλες (Μπελαζίτσα ή Μπελαβίστα όπως αποκαλείται από τον Σλουμπερζέ, Σουλτανίτσα από τους Τούρκους και Κερκίνη σήμερα). Η οροσειρά καλύπτοντας τις δύο πλευρές του φαραγγιού του Ρούπελ στο Στρυμόνα λαμβάνεται ως ενιαίος ορεινός όγκος, με το προς ανατολάς, όρος Άγκιστρο (Τσιγκέλι) και τον υπόλοιπο ορεινό όγκο. Η ταύτιση του όρους Όρβηλος μ’ αυτή την οροσειρά συνδυάζεται και με την πορεία του Μ. Αλεξάνδρου ως τον ποταμό Νέστο, κατά την οποία αυτός «είχε τους Φιλίππους και το όρος Όρβηλο στ’ αριστερά (Αρρ. Αναβ. 1.1.5). Το ορεινό συνεπώς συγκρότημα, που περιβάλλει σήμερα το Νομό Σερρών από Βορρά και ανατολικά, με τις προεκτάσεις του ανατολικότερα φθάνοντας μέχρι το Φαλακρό και τα όρη της Λεκάνης στους Νομούς Καβάλας - Δράμας, θεωρείται από τον Ηρόδοτο και τον Αρριανό ως ενιαίος ορεινός όγκος.

Όταν ο Στράβων (C 313), ισχυρίζεται ο N. Hammond, συνέδεσε τη Μακεδονία και τη Θράκη σχηματίζοντας ένα παραλληλόγραμμο, που ορίζονταν προς δυσμάς από την Αδριατική Θάλασσα και προς ανατολάς με τον ποταμό Έβρο, πήρε την Εγνατία οδό ως τη νότια πλευρά του παραλληλόγραμμου αυτού και τη γραμμή των Ιλλυρικών, Παιονικών και Θρακικών βουνών, ως τη βόρεια πλευρά του. Ο ίδιος αναφέρει τα όρη αυτής της φανταστικής ευθείας γραμμής στο έβδομο βιβλίο του (παρ. 10) ως: Βερτίσκος (Μοντενέγκρο- Μαυροβούνιο), Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), Όρβηλος, Ροδόπη και Αίμος. Από τα βουνά αυτά, τα δύο πρώτα είναι Ιλλυρικά, τα δύο τελευταία Θρακικά και ο Όρβηλος αντιπροσωπεύει το ορεινό συγκρότημα των βουνών της Παιονίας από το Ζίρνα Γκόρα και το Κοσζάκ Πλάνινα στο βορρά μέχρι το όρος Μπέλλες-Κερκίνη στο νότο. Ο Πτολεμαίος κάνει τον ίδιο συσχετισμό για τα βουνά αυτά, αναφέροντας ότι ο Όρβηλος χωρίζει την Άνω Μοισία και την κοιλάδα του Δούναβη από τη Μακεδονία αποτελώντας το όριο της Θράκης με την Άνω Μοισία και τη Μακεδονία (3.10.1 και 3.11.1). Από τον Πλίνιο (ΗΝ 4.35) και τον Πομπώνιο Μέλα (2.2.2), αναφέρονται ο Όρβηλος μαζί με τη Ροδόπη και τον Αίμο, ως ένας ενιαίος τεράστιος ορεινός όγκος.
               
Ο Πτολεμαίος (3.20.25), κάνοντας αναφορά στα ονόματα των πόλεων της Μακεδονίας στην ενδοχώρα κατά περιοχές, τοποθετεί την Ορβηλία μαζί με τη Γαρησκό μετά την Αλμωπία. Η εγγύτητα δε αυτών των δύο πόλεων είναι εμφανής και από το χάρτη no XI του Πτολεμαίου, στον οποίο οι πόλεις της Αλμωπίας παρουσιάζονται δυτικά του Αξιού ποτ., ενώ η Γαρησκός εμφανίζεται ανατολικά του. Η Ορβηλία στο χάρτη τοποθετείται νότια σε σχέση με τη μακριά οροσειρά το Ορβήλου.

Ο Στράβων (7.36) σχολιάζοντας τη λεκάνη της σημερινής διάβασης Καστανούσας ή της Στρώμνιτσας, την χαρακτηρίζει ως τον «αυλώνα που οδηγεί προς την Ειδομένη», ταυτίζοντας την Παρορβηλία με την Ειδομένη. Η αναφορά του αυτή γίνεται, όταν περιγράφει μια λωρίδα σχετικά χαμηλής γης, μέσω της οποίας ο Αλέξανδρος πέρασε κατά την πορεία του προς ανατολάς. Από τις πόλεις, που μνημονεύει ο Στράβων, ο Πτολεμαίος αναφέρει μόνο τη Γάρησκο, που τοποθετείται στο δυτικό άκρο της Παρορβηλίας, μαζί με άλλες πόλεις που ιδρύθηκαν πιθανόν από το Φίλιππο το Β΄ και τους διαδόχους του, όπως είναι η Φιλιππούπολη, η Ορθόπολη και η Καλλίπολη, οι οποίες έφθαναν μέχρι το Ν. Πετρίτσι. Ο Ν. Hammond, συμφωνεί με την άποψη του Πτολεμαίου, εκτιμώντας ότι η Παρορβηλία ήταν ουσιαστικά μια εντελώς ξεχωριστή περιοχή, στην οποία εισέρχεται κανείς από ένα στενό πέρασμα που ξεκινά από την Κρηστωνία και βλέπει προς τη λίμνη Δοϊράνη και τους πρόποδες του Μπέλλες.

Η κατάσταση είναι πιο σαφής στο χάρτη no XI του Πτολεμαίου, ισχυρίζεται o N. Hammond, όπου το όρος Όρβηλος διασχίζεται από τον ποταμό Στρυμόνα, πάνω από την Ηράκλεια Σιντική και φαίνεται να επεκτείνεται πιο βόρεια. Αυτή η διπλή χρήση του Ορβήλου όρους φαίνεται σχετική, όταν ταυτίζεται με την περιοχή της Ορβηλίας, που αποκαλείται και Παρορβηλία.

Η ταύτιση του όρους Κερκίνη (Μπέλλες) με τον Όρβηλο συνδυάζεται και με την πορεία του Μ. Αλεξάνδρου από την κυρίως Μακεδονία ως τον ποταμό Νέστο. Κατά την πορεία του αυτή «είχε το όρος Όρβηλο στ’ αριστερά του» (Αρρ. Ανάβαση 1.1.5). Είναι σαφές ότι, από τους αρχαίους γεωγράφους το όνομα αυτό χρησιμοποιήθηκε σε πλατύτερη βάση για το συγκρότημα των ορέων, που παρεμβάλλονται μεταξύ Αξιού και  Στρυμόνα, το οποίο επεκτείνεται από την οροσειρά του Μπέλλες, ως την κοιλάδα του Δούναβη.
               
Μια άλλη αναφορά για την ένδειξη της θέσης του Ορβήλου, γίνεται από τον Στράβωνα (7.36), η οποία λόγω της συντομίας της, θολώνει περισσότερο τα πράγματα. Ένα απόσπασμα από τη Βατικανή επιτομή αναφέρεται στους Βισάλτες και όχι στους Αγριάνες: «…υπέρ δε της Αμφιπόλεως Βισάλται και μέχρι πόλεως Ηρακλείας, έχοντες αυλώνα εύκαρπον, όν διαιρεί ο Στρυμών ωρμημένος εκ των περί Ρoδόπην Αγριάνων. Οίς παράκειται της Μακεδονίας, η Παρορβηλία (στα χειρόγρ. γαρορβηλία) εν μεσογαία έχουσα κατά τον αυλώνα τον από Ειδομένης Καλλίπολιν, Ορθόπολιν, Φιλιππούπολιν, Γαρησκόν».

Εάν, κατά τον N. Hammond, το «οίς» αναφέρεται στους Βισάλτες, τότε η Παρορβηλία, αφού βρίσκονταν δίπλα από τους Βισάλτες, στην ενδοχώρα της Αμφίπολης ως την Ηράκλεια, πρέπει να τοποθετείται στις νότιες πλαγιές του όρους Μπέλλες, το οποίο αποτελούσε προέκταση του όρους Όρβηλου και κατελάμβανε την περιοχή από το Ν. Πετρίτσι (Βέτρινα), τον ποταμό Στρυμόνα και τα όρια της Αμφαξίτιδας. Την άποψη επίσης, για τη θέση της Αρχαίας Ηράκλειας στην περιοχή του Ν. Πετριτσίου, υποστηρίζει και ο Γερμανός ερευνητής και γεωγράφος Ερρίκος Κίππερτ.
               
Ο ίδιος ιστορικός αναφέρει παρακάτω ότι υπάρχει ένα φυσικό χάσμα στον ορεινό όγκο της Ανατολικής Μακεδονίας, μεταξύ του πιο ανατολικού της τμήματος της οροσειράς του Βαρνούντα και του όρους Γκραντένσκα με το πιο δυτικό της τμήμα, την οροσειρά του Ορβήλου και του όρους Μπέλλες. Μέσα από αυτό το χάσμα περνάει ο δρόμος που οδηγεί προς την Αμφαξίτιδα ή τη λίμνη της Δοϊράνης στην κοιλάδα του Στρυμόνα, περνώντας μέσα από δύο στενωπούς του Δεμίρ Καπού και της Στρώμνιτσας. Ο Θρακιώτης Βασιλιάς Σιτάλκης εκτιμά ότι πέρασε από αυτή τη στενωπό, όταν εισέβαλε στη Μακεδονία από τα βόρεια και κατέλαβε την Ειδομένη (Θουκ. 2.100.3). Βόρεια αυτού του χάσματος, σύμφωνα μ’ αυτές τις περιγραφές, είναι η άνω κοιλάδα του Στρυμόνα, που χαρακτηρίζεται ως πολύ εύφορο και ελώδες λεκανοπέδιο. Ο Σιτάλκης πέρασε τότε δια μέσου του όρους Μπέλες (Κερκίνη), το οποίο αποτελούσε το ανατολικό όριο των Σιντών και το δυτικό των Παιόνων, για να κατεβεί στο Δόβηρο ή τη Δόβηρο της Παιονίας. Εξ αυτού συνάγεται ότι η Δόβηρος βρίσκονταν στα δυτικά του Στρυμόνα. Πράγματι, ο Σιτάλκης, φθάνοντας στην καμπή της κοιλάδας του Στρυμόνα προετοιμάστηκε για την εξόρμησή του (Θουκ. 2.98.2 ες Δόβηρον την Παιονικήν και 2.99.1, και κατά κορυφήν), απ’ όπου έκανε και την εισβολή του στη Μακεδονία. Η Παιονία συνεπώς, σύμφωνα και με άλλες μαρτυρίες, φαίνεται ν’ απλώνονταν τουλάχιστον μέχρι τον 5ο και 4ο πΧ αιώνες και δυτικά του Στρυμόνα φθάνοντας μέχρι την περιοχή της Δοϊράνης, ενώ η Σιντική βρισκόταν δυτικά αυτής της περιοχής.
               
Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί το θηλυκό γένος για τη Δόβηρο (2.98.2, 99.1 και 100.3), το οποίο είναι πιο κατάλληλο για μια πόλη ή μια περιοχή. Ο Στράβων χρησιμοποιεί το αρσενικό γένος (απ. 36), το οποίο κατά τον N. Hammond αρμόζει περισσότερο σε όρος ή ποταμό. Ο Στράβων υπονοεί μάλλον το τελευταίο, διότι όταν κανείς περνά τη στενωπό του Στρυμόνα, έχει στ’ αριστερά του σε όλη την πορεία του τον ποταμό Δόβηρο, εάν υπονοεί το Στρυμόνα. Η πόλη όμως της Δοβήρου αναφέρεται και από το Στεφ. Βυζάντιο ως «Δόβηρος πόλις Παιονίας» και οι πολίτες της Δόβηρες. Ο Θουκυδίδης βέβαια, κάνει ιστορική αναφορά γι’ αυτή την περιοχή, επειδή αποτέλεσε στρατηγικό χώρο εξόρμησης των δυνάμεων του Σιτάλκη.

Η πόλη της Δοβήρου, όπως εκτιμά τελικά ο  N. Hammond, βρισκόταν στη θέση της σημερινής Στρώμνιτσας, ενώ η περιοχή της βόρειας κοιλάδας του Άνω Στρυμόνα, από την ανατολική πλευρά της κοιλάδας του Αξιού μέχρι την κοιλάδα, που σχηματίζονταν από τους δυτικούς παραποτάμους του Στρυμόνα και έφθανε μέχρι τον ίδιο τον ποταμό, ανήκε στους Παίονες. Αυτό προκύπτει και από το Θουκυδίδη (2.96.3), ο οποίος τοποθετεί τους Αγριάνες, μια Παιονική φυλή, στις πηγές του ποταμού, τους Λαιαίους μια άλλη Παιονική φυλή,  στον Άνω Στρυμόνα, πιο βόρεια από τους Μαίδους. Οι Λαιαίοι με τη σειρά τους ήταν και αυτοί ένα Θρακικό φύλο, που κατοικούσε την κοιλάδα βορειότερα από τους Σιντούς και απλώνονταν ως τη Θράκη. (Στράβ. C 318). Το Παιονικό φύλο του Στρυμόνα κατείχε την κύρια είσοδο της κοιλάδας του Άνω Στρυμόνα μέχρι την κοιλάδα του Αξιού, ενώ κατά το 429 π.Χ ήταν στα χέρια των Λαιαίων, υπό την επικυριαρχία του Σιτάλκη. Με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω συμπεραίνεται τελικά ότι οι Παίονες διαχώριζαν τους Μακεδόνες από τα άλλα δυναμικά φύλα της Θράκης. Με το πέρασμα όμως του χρόνου εξαφανίστηκαν ή αφομοιώθηκαν.

 

 

 


1 σχόλιο: